ploigisi h3 bottom neo

m endomada

Μιλοῦμε γιά τό Πάθος τοῦ Χριστοῦ στήν Παλαιά Διαθήκη
Ἑρμηνευτική προσέγγιση στόν ΨΑΛΜΟ ΚΑ΄ καί ἀναφορά στόν «ΠΑΣΧΟΝΤΑ ΜΕΣΣΙΑ» ἀπό τόν προφήτη Ἠσαΐα
του ἀρχιμ. Ἰακώβου Κανάκη

Στήν πορεία τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς βρισκόμαστε λίγο πρίν τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα, τήν ὁποία χαρακτήρισαν οἱ Πατέρες μας «Μεγάλη», ἐπειδή μεγάλα εἶναι τά γεγονότα πού λαμβάνουν χώρα σέ αὐτήν. Καί τά γεγονότα αὐτά κορυφώνονται μέ τό Πάθος καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Γι’αὐτά τά γεγονότα δέν ἔχουμε κάθε χρόνο μία ἁπλή ἀνάμνηση, ἀλλά ἕνα ἐπαναλαμβανόμενο «ζωντανό» γεγονός, γι’ αὐτό καί ὁ ψαλμωδός λέει: «Σήμερον κρεμᾶται...», ἤ «Σήμερον γεννᾶται...» κ.τ.λ.
Εἰσαγωγικά, πρίν προχωρήσω στό θέμα μου, πού εἶναι « Τό Πάθος τοῦ Χριστοῦ στήν Παλαιά Διαθήκη», θά ἤθελα νά σᾶς ἀναφέρω κάτι πού εἶναι πιό γενικό, ἀλλά πολύ σημαντικό. Ἡ Πίστη μας ἔχει δύο ἀγκωνάρια, τό ἕνα εἶναι ἡ Ἁγία Γραφή καί τό ἄλλο ἡ Ἱερά Παράδοση. Πιό συγκεκριμένα, πιό σωστά, ἡ Ἁγία Γραφή εἶναι ἕνα μέρος τῆς Ἱερᾶς αὐτῆς Παράδοσης. Ἡ Ἁγία Γραφή εἶναι τό πιό ἱερό βιβλίο τῆς Πίστης μας, σέ αὐτό εἶναι ἀποθησαυρισμένα τά λόγια τοῦ Χριστοῦ, τῶν Ἀποστόλων καί βεβαίως τῶν Προφητῶν καί τῶν Δικαίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ὅλη ἡ Ἁγία Γραφή, Παλαιά καί Καινή Διαθήκη, στρέφεται γύρω ἀπό Ἕνα Πρόσωπο καί αὐτό εἶναι ὁ Χριστός. Πρίν νά σαρκωθεῖ τόν ἔβλεπαν καί μιλοῦσαν γι’αὐτόν οἱ Προφῆτες καί λοιποί ἅγιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἐνῶ γιά τήν διδασκαλία Του καί τό ἔργο Του ἐπί τῆς γῆς ἀναφέρονται στήν Καινή Διαθήκη οἱ Εὐαγγελιστές, οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ συνεργοί τους, αὐτοί δηλαδή πού ἦταν δίπλα του ὡς «αὐτόπτες» καί «αὐτήκοοι» μάρτυρες.
Σήμερα θά ἀναφερθοῦμε σέ περικοπές καί χωρία περί τοῦ Χριστοῦ στήν Παλαιά Διαθήκη, τοῦ πρώτου μέρους δηλαδή τῆς Θείας Ἀποκαλύψεως, καί εἰδικά στό πῶς περιγράφεται τό Πάθος Του πρίν τήν Ἐνανθρώπησή Του.
Θά ἐστιάσουμε κατά βάση, σέ ἕναν χριστολογικό ψαλμό, τόν 21ο, πού θά τόν προσεγγίσουμε μέ μιά ὀρθόδοξη ἑρμηνευτική ματιά. Θά γίνει ἔτσι σαφές, ὅτι ὁ ψαλμός, ἀφορᾶ στό Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Μεσσία, πού ἐπρόκειτο νά σαρκωθεῖ. Εἶναι λοιπόν, ὁ ψαλμός αὐτός, ὅπως θά δοῦμε, μία προφητεία περί τοῦ Πάθους, ἀλλά καί τῆς Ἀνάστασης τοῦ Μεσσία.
Νά σημειώσουμε ἀρχικά, ὅτι οἱ Ψαλμοί εἶναι 150, εἶναι ὅπως ὅλα τά κείμενα τῆς Βίβλου, θεόπνευστο κείμενο, ἀφοῦ ἔχει γραφθεῖ μέ τόν φωτισμό τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Κατά τούς εἰδικούς, δέν εἶναι ὅλοι ἔργα τοῦ βασιλιά Δαυίδ, ἀλλά ἀποδίδονται σέ αὐτόν, γι’ αὐτό καί ἐπιγράφονται «τῷ Δαυίδ». Χωρίζονται ὡς πρός τό περιεχόμενό τους σέ ψαλμούς μετανοίας, δοξολογίας, ἱεραποδημίας, χριστολογικοί κ.τ.λ. Ὅλοι ὅμως ἔχουν τό ἴδιο κῦρος, τήν θεοπνευστία καί τό ὕψιστο θεολογικό βάρος.
Πρίν ἀναφερθοῦμε στόν ψαλμό 21, νά ποῦμε ὅτι γενικά στήν Ἁγία Γραφή ἐφαρμόζουμε διάφορες ἑρμηνευτικές μεθόδους, ὅπως ἡ ἱστορική, ἡ κριτική, ἡ ἀλληγορική καί ἄλλες παλαιότερες ἤ πιό σύγχρονες. Τόν ψαλμό 21 δέν μποροῦμε νά τόν ἑρμηνεύσουμε ἱστορικά γενικά, ὅτι δηλαδή, ἀναφέρεται σέ ἄλλο πρόσωπο καί ὄχι στόν Χριστό, γιατί ὁ ψαλμός εἶναι χριστολογικός, μέ βάση τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ σαφῶς ὁμιλεῖ γιά τρυπήματα χεριῶν καί ποδιῶν, γιά διασκορπισμούς ὀστῶν, γιά διαμελισμό ἱματίων καί γιά ἄλλα παθήματα. Ὅλα αὐτά «φωτογραφίζουν» καί παραπέμπουν στά Θεία Πάθη. Αὐτό φυσικά δεν σημαίνει ὅτι πολλές φορές στά κείμενα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης δέν ὑπάρχουν ἱστορικά πρόσωπα πού λειτουργοῦν ὡς «προάγγελοι» ἄλλων προσώπων τῆς Καινῆς Διαθήκης. Στόν Ψαλμό πού ἐξετάζουμε πάντως, γίνεται ἀναφορά στήν δικαίωση κάποιου πού πάσχει, πού μόνο στήν ζωή τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μπορεῖ νά ἐφαρμοστεῖ τόσο εὔστοχα. Ἀκόμα, δέν μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι τά ὅσα λέγονται γιά τόν πάσχοντα στόν ψαλμό, λέγονται γενικά καί ἀόριστα γιά τόν ἐνάρετο ἄνθρωπο. Οἱ τόσες λεπτομέρειες τοῦ ψαλμοῦ «ἀπαιτοῦν» ὁρισμένο πρόσωπο στό ὁποῖο ἀναφέρονται. Ὁ ψαλμός, ὅπως τόν ἑρμήνευσε ἡ Ἐκκλησία μας, ἀναφέρεται ἀκριβῶς στό πρόσωπο τοῦ Μεσσία, στόν Ἰησοῦ Χριστό, γιατί μόνο σ΄ Αὐτόν ἐκπληρώθηκαν τά ὅσα προφητεύονται, ὅπως μᾶς πληροφοροῦν τά Ἅγια Εὐαγγέλια. Καί ἡ ἀρχική ἐπιγραφή τοῦ ψαλμοῦ «ὑπέρ τῆς ἀντιλήψεως τῆς ἑωθινῆς», ἀναφέρεται στόν Ἰησοῦ Χριστό καί συγκεκριμένα στήν ἐπιφάνειά Του, στόν ἐρχομό Του, πού ὄντως ἔγινε καί φώτισε αὐτούς πού βρίσκονταν στό σκότος. Στό σημεῖο αὐτό πρέπει νά σημειωθεῖ ὅτι ὁρισμένες φορές ἀπό κάποιους ἑρμηνευτές τῶν βιβλικῶν κειμένων γίνεται μιά προσπάθεια να ἀποδοθοῦν μεσσιανικά ὅλα σχεδόν τά χωρία, κάτι ὅμως πού εἶναι ὑπερβολικό καί ἀντιεπιστημονικό.
Ὡς πρός τό περιεχόμενο, ὁ ψαλμός μπορεῖ νά χωριστεῖ σε δύο μέρη: α) στίχ. 2-22 στό ὁποῖο μποροῦμε να δώσουμε τό ὄνομα «Πάσχων» και β) στιχ.23-32 τό ὄνομα «σεσωσμένος».
Θά προσπαθήσουμε μετά τά εἰσαγωγικά αὐτά, μιά σύντομη ἑρμηνευτική προσέγγιση τοῦ ψαλμοῦ 21.
Ὁ ψαλμωδός παρουσιάζει κάποιον πού πάσχει νά ἀπευθύνεται στόν Θεό ζητώντας βοήθεια, παραπονούμενος μάλιστα ὅτι τόν ἐγκατέλειψε: «Ὁ Θεός, ὁ Θεός μου (= Θεέ μου, Θεέ μου) πρόσχες μοι· ἵνα τί ἐγκατέλιπές με;» (στίχ. 2). Εἶναι γνωστοί οἱ λόγοι αὐτοί. Εἶναι οἱ λόγοι πού εἶπε ὁ Ἰησοῦς Χριστός στήν ἀραμαϊκή γλώσσα ὠδινόμενος στόν Σταυρό: «Ἠλί, ἠλί, λαμά σαβαχθανί;». «Μιλάει» κατά τόν Θεοδώρητο ἡ ἀνθρώπινη φύση. Ἀλλά ὁ ἑπόμενος λόγος τοῦ πάσχοντος εἶναι μεγαλύτερος σέ δυσκολία στήν ἑρμηνεία του. Λέει: «Μακράν ἀπό τῆς σωτηρίας μου οἱ λόγοι τῶν παραπτωμάτων μου» (στίχ.2). Ὁ Πάσχων ἀπευθύνει «λόγους» στόν Θεό, τόν Ὁποῖον καλεῖ «σωτηρία» του (βλ. Ψαλμ. 34,3)· τοῦ ἀπευθύνει κραυγές καί ἐπικλήσεις, γιατί ὀδυνᾶται, ἀλλά φαίνεται ὅτι ὁ Θεός δέν τόν ἀκούει, δέν σπεύδει πρός βοήθεια, ἀλλά εἶναι μακρυά Του, γι΄αὐτό καί λέει, «μακράν ἀπό τῆς σωτηρίας μου οἱ λόγοι (μου)». Ἀλλά, ποιά εἶναι τά «παραπτώματα» γιά τά ὁποῖα λέει στήν συνέχεια, «οἱ λόγοι τῶν παραπτωμάτων μου»; (στίχ. 2). Εἶπαν, ὅτι «παραπτώματα», εἶναι τά δικά μας ἁμαρτήματα, τά ὁποῖα ἐπιφορτίστηκε ὁ Ἰησοῦς Χριστός καί πάσχει ἀντί ἡμῶν. Αὐτό βέβαια εἶναι ἀλήθεια, ἀλλά τά «παραπτώματα» τοῦ στίχου μας ἐδῶ δέν πρέπει νά ἔχουν αὐτή τήν ἑρμηνεία. Γιατί ὁ Πάσχων ὁμιλεῖ γιά δικά του παραπτώματα. Λέει τά «παραπτώματά ΜΟΥ». Ἀλλά ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ἀναμάρτητος. «Ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδέ εὐρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ» (Βλ. Ἰω. 8,46). Γι΄ αὐτό πρέπει νά προτιμήσουμε τό πρωτότυπο Ἑβραϊκό κείμενο (Μ.Κ.) πού λέει: «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί μέ ἐγκατέλειψες; Γιατί εἶσαι μακρυά άπό τήν σωτηρία μου καί ἀπό τά λόγια τῶν βρυχημάτων μου;». Ἤ «τά λόγια τῶν ὀδυρμῶν μου», ὅπως μετέφρασε ὁ Σύμμαχος. Ὁ Σύμμαχος ἀναφέρει «ὀδυρμῶν μου», ὁ Θεοδοτίωνας «βοήσεώς μου». Κατά τούς Ο΄, μποροῦμε νά νοήσουμε τά «παραπτώματα» ὡς «λάκκο», (ἀπό τό «πτώση»), στόν ὁποῖο ἔπεσε ὁ Πάσχων καί κράζει πρός τόν Θεό γιά βοήθεια, ἀλλά δέν βλέπει τήν βοήθειά Του. Τόν «λάκκο» ὅμως θά πρέπει νά τόν νοήσουμε μέ τήν μεταφορική ἔννοια, ὡς μία θλιβερή κατάσταση στήν ὁποία περιέπεσε ὁ Πάσχων.
Στήν συνέχεια, τό βασανιζόμενο πρόσωπο τοῦ ψαλμοῦ ἐξακολουθεῖ νά ἐκφράζει παράπονα πρός τόν Θεό, κράζοντας μέρα καί νύκτα πρός Αὐτόν, χωρίς αὐτό νά θεωρεῖται «ἄνοια» (στίχ. 3), δηλαδή, ἀνόητο πράγμα. Γιατί, ἄν δέν καταφύγει κανείς πρός τόν Θεό στόν πόνο του, ποῦ καί πότε θά καταφύγει; Καλό εἶναι τόν Θεό νά τόν ἔχεις κέντρο τῆς ζωῆς σου. Νά εἶναι Θεός σου σέ χαρές καί λύπες. Ἔστω ὅμως καί στήν ὕστατη ὥρα νά ἀναζητοῦμε τόν Θεό. Παρά ὅμως, τό ὅτι ὁ Πάσχων, εἶπε προηγουμένως, ὅτι ὁ Θεός εἶναι μακράν Του (στίχ. 2), νοιώθει τώρα ὅτι δέν εἶναι τόσο μακράν Του, γιατί εἶναι στόν Ναό, στόν ὁποῖο καταφεύγουν οἱ Ἰσραηλίτες καί Τόν ὑμνοῦν: «Σύ δέ ἐν ἁγίῳ κατοικεῖς ὁ ἔπαινος τοῦ Ἰσραήλ» (στίχ. 4). Τήν λέξη «ἔπαινος» ἑρμήνευσαν ὡς «ὕμνο».
Ἔχει, λοιπόν, τόν σώζοντα ὁ Πάσχων. Ἀλλά ὑπάρχουν καί ἀπό τήν ἱστορία παραδείγματα, πού ὁμιλοῦν γιά τήν προστασία τῶν δικαίων ἀπό τόν Θεό (στίχ.5-6). Εἶναι τότε πού ὁ Θεός βλέπει τήν ἀθλιότητα τῶν ἀνθρώπων καί κινεῖται εὐσπλαγχνικά πρός αὐτούς. Ἀλλά τί πιό ἀξιολύπητο ἀπό τό νά βλέπεις τόν Θεό νά πάσχει ἐπί τοῦ Σταυροῦ; Δίνεται στόν ψαλμό μία δυνατή εἰκόνα στήν συνέχεια. Ὁ Ἴδιος παριστάνει τόν ἑαυτό Του ὡς «σκώληκα» λέγοντας: «Ἐγώ δέ εἰμί σκώληξ καί οὐκ ἄνθρωπος· ὄνειδος ἀνθρώπων καί ἐξουθένημα λαοῦ» (στίχ. 7). Ὁ σκώληκας εἶναι δεῖγμα τῆς εὐτελείας καί τῆς ἀδυναμίας (βλ. Ἱώβ 25,6). Ἕρπει κατά γῆς γυμνός καταπατούμενος ἀπό τόν τυχόντα καί μή δυνάμενος νά ἀμυνθεῖ. Ἔτσι παριστάνει καί ὁ Ἡσαΐας τόν Μεσσία ἐπί τοῦ Σταυροῦ: «Καί εἴδομεν αὐτόν καί οὐκ εἶχεν εἶδος οὐδέ κάλλος· ἀλλά τό εἶδος αὐτοῦ ἄτιμον καί ἐκλεῖπον παρά τούς υἱούς τῶν ἀνθρώπων» (53,2-3). Ἀλλά κατά τήν ἑρμηνεία τοῦ Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ ὁ Ἰησοῦς Χριστός παρομοιάζεται μέ σκώληκα γιά τόν λόγο ὅτι γεννήθηκε παρθενικά, ἄνευ σπέρματος, ὅπως καί οἱ σκώληκες δέν γεννοῦνται ἀπό σπέρμα, ἀλλά ἀπό τήν γῆ. Παρομοίως προσεγγίζει καί ὁ Θεοδώρητος.
Περιγράφοντας τά μαρτύριά Του ὁ Μεσσίας λέει γιά τήν περιφρόνηση τῶν ἀνθρώπων ἐναντίον Του, ἡ ὁποία ἐκφραζόταν μέ λόγους, μέ ἐκμυκτηρισμούς καί κινήματα τῆς κεφαλῆς (στίχ. 8). Σ’ αὐτό προστίθεται καί τό μεγαλύτερο μαρτύριο, ἡ ὕβρις, ὅτι δήθεν τόν ἐγκατέλειψε ὁ Θεός καί ἅν τόν ὑπεράσπιζε πραγματικά, θά τόν ἔσωζε. Ἀναφέρει ὁ ψαλμός: «Ἤλπισεν ἐπί Κύριον, ρυσάσθω αὐτόν, σωσάτω αὐτόν, ὅτι θέλει αὐτόν» (στίχ. 9). Αὐτά ὅμως, τά ἴδια ἀκριβῶς, ἐφαρμόζονται στόν Μεσσία ἐπί τοῦ Σταυροῦ, ὅπως ἀναφέρει ὁ Εὐαγγελιστής Ματθαῖος: «Οἱ δέ παραπορευόμενοι ἐβλασφήμουν αὐτόν κινοῦντες τάς κεφαλάς αὐτῶν» (Μτθ. 27,39). Παρομοίως, ἀναφέρει καί ὁ Λουκᾶς: «Καί εἰστήκει ὁ λαός θεωρῶν. Ἐξεμυκτήριζον δέ καί οἱ ἄρχοντες σύν αὐτοῖς λέγοντες· ἄλλους ἔσωσε, σωσάτω ἑαυτόν, εἰ οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός, ὁ τοῦ Θεοῦ ἐκλεκτός» (Λουκ. 23,35).
Στήν συνέχεια αὐτοί οἱ μυκτηρισμοί τῶν ἐχθρῶν κάνουν τόν πάσχοντα, ἐπί τοῦ Σταυροῦ εὑρισκόμενο, νά σταματήσει τό παράπονό Του καί νά στραφεῖ σέ συγκινητικές δεήσεις πρός τόν Θεό. Ὅσο οἱ ἐχθροί Του τόν ἐνέπαιζαν, ἐπειδή ἐλπίζει στόν Θεό καί κράζει σ΄ Αὐτόν, τόσο καί ὁ Πάσχων στρέφεται περισσότερο πρός τόν Θεό καί τοῦ ἀπευθύνει δέηση (στιχ. 10 ἑξ.). Τό πρῶτο πού λέει ὁ πάσχων γιά νά ἑλκύσει τήν συμπάθεια τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ προέλευσή Του ἀπό τον Ἴδιο (τόν Θεό) : «Σύ εἶ ὁ ἐκσπάσας με ἐκ γαστρός· ἡ ἐλπίς μου ἀπό μαστῶν τῆς μητρός μου. Ἐπί σέ ἐπερρίχθην ἐκ μήτρας· ἀπό γαστρός μητρός μου Θεός μου εἶ σύ» (στίχ. 10-11). Θέλει νά πεῖ ὁ πάσχων: Σύ, Θεέ μου, μοῦ ἔδωσες τήν γέννηση· Σύ θά μέ διασώσεις καί ἀπό τόν θάνατο. Ἤ, ὅπως ἑρμηνεύει ὁ Εὐσέβιος τήν περικοπή τῶν στίχων μας: «Ὥσπερ οὖν ἡ σοῦ τοῦ Ὑψίστου τότε δύναμις συλλαμβανόμενον μέν ἐπεσκίασε, τικτόμενον δέ ἐξέσπασεν ἀπό γαστρός μητρός (δηλαδή, τῆς Παναγίας), οὕτω πολλή μοι τυγχάνει παραμυθία, ὅτι καί τοῦ θανάτου με πολύ μᾶλλον ἀνασπάσεις».
Στό παραπάνω ἐπιχείρημα γιά νά ἑλκυσθεῖ ἡ «συμπάθεια» τοῦ Θεοῦ, προσθέτει ὁ πάσχων στήν συνέχεια καί δεύτερο ἐπιχείρημα: Τούς ἐχθρούς Του παρομοιάζει μέ τήν ἀγριότητα τῶν μόσχων καί τῶν ταύρων: «Περιεκύκλωσάν με μόσχοι πολλοί, ταῦροι πίονες περιέσχον με» (στίχ. 13). Ἡ ἄσχημη συμπεριφορά τῶν ἐχθρῶν του τούς κάνει ὅμοιους μέ ταύρους. Ἡ δύναμη τους ὅμοιους μέ λέοντες καί λέει γι΄ αὐτούς: «Ἤνοιξαν ἐπ΄ ἐμέ τό στόμα αὐτῶν ὡς λέων ὁ ἁρπάζων καί ὠρυόμενος» (στίχ. 14). Ὁ Θεοδώρητος ὑποστηρίζει ὅτι οἱ ταύροι εἶναι «οἱ γραμματεῖς καί οἱ φαρισαῖοι». Καί ἀποτέλεσμα τῆς θηριωδίας τους εἶναι νά κατασπαράξουν τό θῦμα τους, νά τό φέρουν σέ μαραμένη καί διαλυμένη κατάσταση. Ὁ Πάσχων περιγράφει τήν κατάστασή αὐτή λέγοντας: «Ὡσεί ὕδωρ ἐξεχύθην καί διεσκορπίσθη πάντα τά ὀστᾶ μου, ἐγεννήθη ἡ καρδία μου ὡσεί κηρός τηκόμενος ἐν μέσῳ τῆς κοιλίας μου. Ἐξηράνθη ὡς ὄστρακον ἡ ἰσχύς μου, καί ἡ γλῶσσα μου κεκόλληται τῷ λάρυγγί μου καί εἰς χοῦν θανάτου κατήγαγές με» (στίχ.15-16). Πιό ἁπλά: Οἱ δυνατοί ἐχθροί μου μέ παρέλυσαν καί μέ διέλυσαν, ἔγινα στεγνό κεραμίδι. Δέχεται ὅμως ὁ Μεσσίας ὅτι αὐτά ἔγιναν μέ τήν ἀνοχή τοῦ Θεοῦ· γι΄ αὐτό ἀπευθυνόμενος σ΄ Αὐτόν λέει: «Εἰς χοῦν θανάτου κατήγαγές με» (στίχ. 16). Ἐσύ ὁ Θεός τά ἐπιτρέπεις καί χωρίς τό θέλημά Σου δέν γίνεται τίποτε. Εἶναι παρόμοιο αὐτό μέ ὅσα ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἀνέφερε γιά τόν θάνατο τοῦ Ἰησοῦ, τόν ὁποῖον «ἔπιασαν καί ἐσταύρωσαν καί θανάτωσαν οἱ Ἰουδαῖοι», ἀλλά αὐτό ἔγινε «σύμφωνα μέ τήν ὁρισμένη ἀπόφαση καί πρόγνωση τοῦ Θεοῦ» (Πράξ. 2,23). Τούς ἐχθρούς στήν συνέχεια ὁ πάσχων τούς παρομοιάζει μέ τούς ἀκάθαρτους κύνες (στίχ. 17), ἀπ΄ αὐτούς πού ἦταν γεμάτοι οἱ ἀπόμεροι δρόμοι τῆς Ἀνατολῆς καί ἐπιτίθενται ἐναντίον τῶν διαβατῶν.
Συνεχίζουμε τήν ἑρμηνευτική προσέγγιση τοῦ Ψαλμοῦ, ὁ ὁποῖος σαφῶς ἀποδεικνύεται χριστολογικός. Οἱ ἐχθροί πού προανέφερε «ὤρυξαν χεῖρας καί πόδας» (τοῦ Μεσσία) (στίχ. 17). Ἡ ἔκφραση αὐτή ὑπαινίσσεται σταυρικό θάνατο, γιατί «ὤρυξαν» σημαίνει «διετρύπησαν». Τόν τρόπο αὐτό θανάτωσης χρησιμοποιοῦσαν ὄχι μόνο οἱ Ρωμαῖοι, ἀλλά καί οἱ Πέρσες, οἱ Καρχηδόνιοι καί οἱ Αἰγύπτιοι. Ἄλλο σημεῖο πού παραπέμπει στόν θάνατο τοῦ Χριστοῦ εἶναι οἱ μαστιγώσεις καί οἱ βασανισμοί καί αὐτή ἡ Σταύρωση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στήν ὁποία ἀκόμα καί τά πλευρά φαίνονται καί εἶναι μετρήσιμα. Ἀναφέρει τό κείμενο: «Ἐξηρίθμησαν πάντα τά ὀστᾶ μου» (στίχ. 18). Ἡ προφητεία αὐτή ἐκπληρώθηκε κατά γράμμα, γιατί μέ τούς δαρμούς τό δέρμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀλλοιώθηκε καί φάνηκαν τά ὀστά Του. Στήν θέα ὅλων τῶν βασανιστηρίων τοῦ Μεσσία οἱ ἐχθροί του εὐχαριστιοῦνταν καί χαίρονταν, ὅπως ἀναφέρεται στήν συνέχεια τοῦ ψαλμοῦ: «αὐτοί δέ κατενόησαν καί ἐπεῖδον με» (στίχ. 18). Ὀστά κατά τόν Θεοδώρητο εἶναι κάτι ἄλλο. Εἶναι οἱ Ἀπόστολοι, οἱ ὁποῖοι διασκορπίσθηκαν «δίκην ὕδατος». Γιά νά συνεχίσουμε ὅμως τήν προηγούμενη ἑρμηνευτική προσέγγιση, ὅπως κάνουν οἱ ληστές, ὅταν ἀπογυμνώνουν τά θύματά τους καί ἔπειτα τά ἀποτελειώνουν, ἔτσι καί οἱ ἐχθροί τοῦ Μεσσίου διεμέρισαν τά ἱμάτιά Του καί γιά τήν διανομή αὐτή ἔβαλαν κλῆρο (στίχ. 19). «Ἱματισμόν» τοῦ Χριστοῦ θά νοήσουμε τόν ἄρραφο χιτῶνα Του. (Ζιγαβηνός) Βλέπουμε ὅτι ὄχι τυχαῖα ἡ Ἐκκλησία στήν λατρεία της ἔδωσε στόν στίχο σαφή χριστολογικό προσδιορισμό καί τόν τοποθέτησε νά ψάλλεται στήν ἀκολουθία τῶν Παθῶν τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας. Στό τέλος τῆς ἱκεσίας του πρός τόν Θεό ὁ Πάσχων λέει: «Σύ δέ, Κύριε, μή μακρύνῃς τήν βοήθειάν μου, εἰς τήν ἀντίληψίν μου πρόσχες» (στίχ.20). Καί ἀκόμη εἰδικώτερα εὔχεται νά τόν σώσει ἀπό τήν «ρομφαία» (τοῦ ἐχθροῦ) καί ἀπό τόν «κύνα» (στίχ. 21). Ὑπό τήν «ρομφαία» θά νοήσουμε ἐδῶ τούς στρατιῶτες τοῦ Πιλάτου καί ὑπό τόν «κύνα» τόν Ἰουδαϊκό λαό. Κύνες μποροῦν νά χαρακτηριστοῦν καί οἱ «ἐξ ἐθνῶν».
Καί στήν συνέχεια τοῦ Ψαλμοῦ φαίνεται μία ἐσωτερική δύναμη νά ἐνισχύει τόν Πάσχοντα: Ἀπό τήν ἄβυσσο τῆς ἐγκαταλείψεως καί τῆς ὀδύνης Του ἀναθάλλει καί βλέπει τούς καρπούς τῆς θυσίας του. Βλέπει τόν Ἑαυτό Του μεταξύ τῶν ὁμοφύλων του νά διηγεῖται τά μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ. Γιατί ὄντως οἱ Ἰσραηλίτες πρῶτοι θά ἀκούσουν τό Εὐαγγέλιο τῆς σωτηρίας. Λέει ὁ Μεσσίας: «Διηγήσομαι τό ὄνομά σου τοῖς ἀδελφοῖς μου, ἐν μέσῳ ἐκκλησίας ὑμνήσω σε» (στίχ. 23). Ὄχι «ἐν κρυπτῷ» ἀλλά «ἐν μέσῳ ἐκκλησίας», σέ ὅλες τίς φυλές, θά κηρυχθοῦν οἱ εὐλογίες ἀπό τήν Σταυρική θυσία. Μέ δύναμη καί σιγουριά θά ἀναφωνεῖ : «Οἱ φοβούμενοι τόν Κύριον αἰνέσατε αὐτόν, ἅπαν τό σπέρμα Ἰακώβ δοξάσατε αὐτόν...Ὅτι οὐκ ἐξουδένωσε οὐδέ προσώχθισε τῇ δεήσει τοῦ πτωχοῦ» (στίχ. 24-25). Καί στρέφοντας τό πρόσωπό Του ὁ Μεσσίας ἀπό τήν συναγωγή τῶν ἀδελφῶν πρός τόν Θεό λέει: «Παρά σοῦ ὁ ἔπαινός μου ἐν ἐκκλησίᾳ μεγάλῃ. Τάς εὐχάς μου ἀποδώσω ἐνώπιον τῶν φοβουμένων αὐτόν» (στίχ. 26). Ὑπῆρχε συνήθεια στούς Ἰουδαίους, σέ καιρό κινδύνου νά κάνουν ἕνα τᾶμα πρός τόν Θεό, νά τοῦ προσφέρουν «θυσία σωτηρίου» (Λευϊτ. 7,11-17). Ἀπό τά κρέατα δέ τῆς θυσίας αὐτῆς ἔτρωγε εὐχαριστιακά καί ὁ προσφέρων τήν θυσία μαζί μέ τούς παρόντες σ’ αὐτήν. Αὐτή λοιπόν τήν θυσία ὁ Ἐσταυρωμένος, λυτρωθείς ἀπό τούς ἐχθρούς Του, προσφέρει στόν Θεό συνεσθίοντας μέ τούς πένητες, τούς δυστυχεῖς καί τούς ταπεινούς. Τό δεῖπνο αὐτό τοῦ πάσχοντος, γιά τό ὁποῖο ὁμιλεῖ ὁ ψαλμός, προτυπώνει τό Μέγα Δεῖπνο, τό μέγα μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας μας, τήν Θεία Εὐχαριστία, ὅπως φαίνεται καθαρά ἀπό τήν αἰώνια σωτηρία τήν ὁποία παρέχει. Γιατί παρακάτω λέει ὁ ψαλμός: «Ζήσονται αἱ καρδίαι αὐτῶν (τῶν μετεχόντων στό δεῖπνο) εἰς αἰῶνα αἰῶνος» (στίχ. 27). Εἶναι φανερό ὅτι ἡ βρώση καί ἡ πόση κάνει συγκεκριμένο τόν τρόπο μετοχῆς τοῦ κάθε ἀνθρώπου στό Μυστήριο. Ἐδῶ, φαίνεται, ὅτι ἡ πίστη δέν εἶναι μιά ἰδεολογία, ἀλλά μετοχή. Οἱ θυσίες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης δέν παρεῖχαν «αἰωνιότητα καρδίας», τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, πού ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἀναζητοῦσαν καί ἀναζητοῦν, προσφέρει μόνο τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ καί αὐτό ἀκοῦμε κάθε φορά πού κοινωνοῦμε: «Εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί εἰς ζωήν αἰώνιον καί ἀθάνατον».
Ἀλλά μόνο οἱ Ἰσραηλίτες θά λάβουν αὐτήν τήν χάρη τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν καί τῆς αἰωνιότητας; Ὄχι, φυσικά. Καί οἱ εἰδωλολάτρες καί ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τῆς γῆς πού θά θελήσουν νά πιστέψουν στόν Χριστό εἶναι δεκτοί στό τραπέζι τοῦ Θεοῦ, στήν οἰκογένειά Του. Λέει ὁ ψαλμός: «Μνησθήσονται καί ἐπιστραφήσονται πρός Κύριον πάντα τά πέρατα τῆς γῆς καί προσκυνήσουσιν ἐνώπιον αὐτοῦ πᾶσαι αἱ πατριαῖ τῶν ἐθνῶν» (στίχ. 28). Ἐντύπωση ὅμως κάνει τό ρῆμα «μνησθήσονται», τό ὁποῖο μεταφράζεται, «θά θυμηθοῦν». Ἄρα δηλώνεται ὅτι οἱ ἄνθρωποι γνώριζαν τήν πίστη στόν ἀληθινό Θεό, τήν λησμόνησαν ὅμως μέ τήν εἰδωλολατρία τους καί τώρα, μέ τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, πάλι θά τήν θυμηθοῦν. Αὐτό δηλώνει ἴσως καί τήν σωστή ἔννοια περί τοῦ Ἑνός καί ἀληθινοῦ Θεοῦ, τόν Ὁποῖο ἔχουμε ὅλοι μέσα μας. Πραγματικά, ἀπό τήν ἀρχή ἡ ἀνθρωπότητα εἶχε τήν ἀληθινή πίστη στόν ἕνα Θεό. Ἡ Γραφή λέγει περί τῶν εἰδώλων: «Οὐκ ἦν ἀπ’ ἀρχῆς ταῦτα, οὐδέ εἰς τόν αἰώνα ἔσται». Μέ τό κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων ὅμως, σέ ὅλα τά ἔθνη, ὅλοι θά γνωρίσουν ὅτι «τοῦ Κυρίου ἡ βασιλεία καί αὐτός δεσπόζει τῶν ἐθνῶν» (στίχ. 29). Καί ὅλοι καί οἱ «πίονες τῆς γῆς», δηλαδή, οἱ ἄρχοντες καί οἱ μεγιστᾶνες καί οἱ «καταβαίνοντες τήν γῆν», δηλαδή, οἱ πένητες καί ταπεινωμένοι (στίχ. 30), ὅλοι θά προσκυνήσουν τόν Ὕψιστο Θεό καί θά παρακαθήσουν ὅλοι στό Δεῖπνο τῆς Ἐκκλησίας Του σύμφωνα μέ τό «ἔφαγον καί προσεκύνησαν πάντες οἱ πίονες τῆς γῆς...» (στίχ. 30). Συγκλονιστική εἶναι ἡ φράση πού ἀκολουθεῖ στόν στίχο αὐτό (30): «καί ἡ ψυχή μου αὐτῷ ζῇ». Δηλαδή «θά ζήσει ἡ ψυχή μου, χάρη σέ αὐτόν». Ἄς το δοῦμε αὐτό παράλληλα μέ τόν Παύλειο λόγο «ζῶ δε οὐκέτι ἐγώ, ζεῖ δε ἐν ἐμοί Χριστός» (Γαλ. 2,16-20). Οἱ δύο ἑπόμενοι καί τελευταῖοι στίχοι τοῦ ψαλμοῦ περιλαμβάνουν τά ἀναφερόμενα στήν Ἁγία Γραφή, περί τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας Του. (Βλ. Καλλινίκου Κωνσταντίνου, Ὑπόμνημα εἰς τόν Ἱερόν Ψαλτῆρα, Ἀλεξάνδρεια, 1929, σ.133) Ὁ Θεοδώρητος ἀναφέρει ὅτι Ὁ Χριστός μέ τήν παρουσία Του «πᾶσαν γάρ γῆν καί θάλασσαν ταῆς θεογνωσίας ἐπλήρωσε».
Ἐκτός ὅμως ἀπό τούς Ψαλμούς, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουν στά λεγόμενα διδακτικά βιβλία, καί τά προφητικά βιβλία ἀναφέρονται στόν Μεσσία-Χριστό καί εἰδικά στό Πάθος Του. Ἀπό τούς Προφῆτες θά ἀναφερθοῦμε μόνο σέ ἕναν, στόν προφήτη Ἠσαΐα. Μέ βάση τήν ἑρμηνεία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί πάλι, παρατηροῦμε ὅτι σέ διάφορες περικοπές τοῦ προφητικοῦ αὐτοῦ κειμένου γίνεται ἀναφορά στόν Πάσχοντα παῖδα τοῦ Κυρίου, στόν Ἰησοῦ Χριστό. Ὅμως στα κεφ. 52 καί 53 τοῦ Ἠσαΐα φαίνεται ὅτι ὁ προφήτης στέκεται πραγματικά κάτω ἀπό τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, 700 περίπου χρόνια π.Χ., καί περιγράφει τό Πάθος Του. Ἄλλωστε γι’αὐτό ἔλαβε τό ὄνομα «5ος Εὐαγγελιστής». Πραγματικά, φαίνεται ὅτι βυθίζει τό προφητικό του ὄμμα στό μέλλον καί καταγράφει ὅσα βλέπει. Βλέπει, ἕναν τραυματισμένο ἄνθρωπο, τοῦ ὁποίου δέν ἀντέχεις νά βλέπεις οὔτε τήν μορφή ἀφοῦ εἶναι γεμάτος πληγές, ἀλλά πού μέσα στίς πληγές του αὐτές θά βροῦν πολλοί τήν γιατρειά. Εἶναι πληγωμένος χωρίς ὅμως νά εὐθύνεται ὁ ἴδιος, δέν ὑποφέρει δηλαδή γιά τά δικά του λάθη. Θά μοῦ ἐπιτρέψετε νά διαβάσω τό σχετικό κείμενο ἀπό τήν μετάφραση χωρίς νά προσθέσω τίποτα, γιατί πραγματικά δέν χρειάζεται καμμία προσθήκη. Τό μόνο πού θά ἤθελα νά σκεφθοῦμε εἶναι ὅτι ὁ συγγραφέας εἶναι ἕνας προφήτης, πού ἔζησε καί κατέγραψε ὅσα τόν φώτισε ὁ Θεός, περίπου 700 χρόνια πρίν τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ.
«Ποιός θά πίστευε αὐτό πού τώρα ἀκούσαμε; Καί τοῦ Κυρίου ἡ δύναμη σέ ποιόν μ’αὐτόν τόν τρόπο ἔχει φανερωθεῖ; Μέ τοῦ Κυρίου τό θέλημα ὁ δοῦλος του ἀναπτύχθηκε σάν τρυφερό φυτό καί σάν τήν ρίζα πού σέ ξεραμένη γῆ φυτρώνει. Ἐλκυστικός δέν ἦταν οὔτε ὡραῖος, ὥστε νά τόν προσέξουμε∙ οὔτε ἡ παρουσία του ἦταν τέτοια, πού νά τόν ἀγαπήσουμε. Ἦτανε περιφρονημένος ἀπ’τούς ἀνθρώπους καί ἐγκαταλελειμμένος∙ ἄνθρωπος φορτωμένος θλίψεις, τοῦ πόνου σύντροφος, ἔτσι πού νά γυρίζουν ἀπ’ ἀλλοῦ οἱ ἄνθρωποι τό πρόσωπό τους. Τόν ἀγνοήσαμε σάν να’ταν ἕνα τίποτα, τοῦ δώσαμε τήν καταφρόνια μας καί ἐκτίμηση οὔτε μιά στάλα.
Αὐτός, ὅμως, φορτώθηκε τίς θλίψεις μας καί ὑπέφερε τούς πόνους τούς δικούς μας. Ἐμεῖς νομίζαμε πώς ὅλα ὅσα τόν βρήκαν ἦταν, πληγές καί ταπεινώσεις ἀπό τόν Θεό. Μά ἦταν αἰτία οἱ ἁμαρτίες μας πού αὐτός πληγώθηκε, οἱ ἀνομίες μας πού αὐτός ἐξουθενώθηκε. Γιά χάρη τῆς δικής μας σωτηρίας ἐκεῖνος τιμωρήθηκε καί στίς πληγές του βρήκαμε ἐμεῖς τήν γιατρειά. Ὅλοι ἐμεῖς πλανιόμασταν σάν πρόβατα∙ εἶχε πάρει καθένας μας τόν δικό του δρόμο. Μά ὁ Κύριος ἔκανε νά πέσει πάνω του ὅλων μας ἡ ἀνομία. Βασανιζόταν καί ὅμως ταπεινά ὑπέμεινε, χωρίς παράπονο κανένα. Σάν πρόβατο πού τ’ ὁδηγοῦνε στήν σφαγή, καθώς τό ἀρνί πού στέκεται ἄφωνο μπροστά σ’αὐτόν πού τό κουρεύει, ποτέ του δέν παραπονέθηκε. Κακόπαθε, καταδικάστηκε καί ὁδηγήθηκε μακριά∙ ποιός στή γενιά του ἀνάμεσα σκέφτεται τί ν’ ἀπόγινε; Τόν ἐξαφάνισαν ἀπό τῶν ζωντανῶν τόν κόσμο, γιά τίς ἁμαρτίες μας χτυπήθηκε ἀπό τόν θάνατο. Φτιάξαν τόν τάφο του ἀνάμεσα στούς ἀσεβεῖς, τό μνῆμα του κοντά στούς παραπεταμένους∙ καί ὅμως, δέν εἶχε πράξει ἀνομία καμία καί δόλος δέν εἶχε βρεθεῖ στό στόμα του.
Ὁ Κύριος ὅμως θέλησε νά τόν συντρίψει μέ τόν πόνο∙ ἔκανε τήν ζωή του θυσία ἐξιλέωσης. Γι’ αὐτό θά δεῖ ἀπογόνους∙ τά χρόνια του θά εἶναι πολλά καί θά ἐκπληρωθεῖ μ’αὐτόν τοῦ Κυρίου τό θέλημα. Ὕστερα ἀπό τήν ταλαιπωρία τῆς ψυχῆς του, ἡ ἀμοιβή του θά εἶναι νά χορτάσει φῶς. Λέει ὁ Κύριος: «Ὁ δίκαιος δοῦλος μου, μέ τήν γνώση τοῦ θελήματός μου, θά ἐλευθερώσει πολλούς ἀπό τήν ἐνοχή, γιατί θά πάρει ἐπάνω του τίς ἀνομίες τους. Γι’αὐτό καί θά τοῦ δώσω θέση στούς μεγάλους ἀνάμεσα καί θά μοιράσει αὐτός τά λάφυρα στούς ἰσχυρούς. Ἐπειδή ὁ ἴδιος τήν ζωή στόν θάνατο τήν ἔδωσε καί δέχτηκε νά συγκαταλεχθεῖ μέ τούς ἁμαρτωλούς. Αὐτός πολλῶν τίς ἁμαρτίες βάσταξε καί μεσιτεύει ὑπέρ τῶν ἁμαρτωλῶν».
Σέ αὐτήν τήν προφητική περικοπή, ἀλλά καί σέ τόσες ἄλλες διαζωγραφίζεται τό Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ στήν Παλαιά Διαθήκη. Ἄς ἔχουμε στόν νοῦ μας ὅτι ὅλη ἡ Παλαιά Διαθήκη προετοιμάζει τούς ἀνθρώπους γιά τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ μέ τήν λέξη «ἔρχεται», ἡ Καινή Διαθήκη συνεχίζει καί «ἀπαντᾶ» μέ τό «ἦρθε» καί ἡ «Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη» μᾶς γνωστοποιεῖ καί προειδοποιεῖ ὅτι «θά ξανάρθει».

footer
  • Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου
    Βονιφατίου, Άρεως, Ευτυχίου και Θεσσαλονίκης μάρτ., Αγλαΐας της Ρωμαίας

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ