ploigisi h3
bottom_neo.jpg

kastoria agios iakovos 1

Ο οσιομάρτυς Ιάκωβος καταγόταν απὸ την περιοχή της Καστοριάς. Οι γονείς του ήταν απλοὶ και άσημοι άνθρωποι, αλλά ζούσαν με ταπείνωση και σεμνότητα. Τα ονόματά τους ήταν Μαρτίνος και Παρασκευή. Είχαν, εκτός απὸ τον Ιάκωβο, και έναν ακόμη γιο. Ενώ ακόμα ζούσαν προβλέποντας το τέλος τους, μοίρασαν την περιούσια τους στους δύο γιους τους και μετὰ απὸ λίγο καιρὸ αναπαύθηκαν και οι δύο ἐν Κυρίῳ.
Ο ένας τους γιος, ο Ιάκωβος, ήταν βοσκὸς προβάτων και σεβόταν τον Θεό. Γι’ αυτὸ και ο μισθαποδότης Κύριος για την καλή του πολιτεία τον ευλόγησε και τον αντάμειψε με πλούσια υλικὰ αγαθά. Δυστυχώς όμως η ευημερία του αυτή, προκάλεσε τον φθόνο του αδερφού του, όπως συνέβη στην Παλαιὰ Διαθήκη με τον Κάϊν και τον Άβελ. Ο φθόνος του αδελφού του τον έκανε να συκοφαντήσει τον Ιάκωβο στον κριτὴ της περιοχής, ο οποίος όμως μετὰ απὸ έλεγχο που διεξήγαγε, τον έκρινε αθώο και τον άφησε ελεύθερο.
Ο Ιάκωβος κατάλαβε το σατανικὸ και απύθμενο μίσος του αδερφού του και έτσι, για να αποφύγει τα χειρότερα, αποφάσισε να ξενιτευθεί. Αναχώρησε λοιπὸν απὸ την πατρίδα του με προορισμὸ την Κωνσταντινούπολη. Εκεί εμπορευόμενος κρεατικά, απέκτησε και πάλι πολλὰ χρήματα, ώστε έγινε γνωστὸς στην ευρύτερη περιοχή.
Μια ημέρα ένας Αγαρηνὸς άρχοντας τον εκάλεσε σε δείπνο στην οικία του. Εκεί έγινε αντιληπτὸ πως ήταν ο μόνος απὸ τους συνδαιτυμόνες, που δεν έτρωγε απὸ τα φαγητά. Όταν τον ρώτησαν τον λόγο, απάντησε: «Επειδὴ βρισκόμαστε σε περίοδο νηστείας, δεν τρώγω». Τότε ο οικοδεσπότης αναστενάζοντας είπε: «Όντως μεγάλη πίστη έχετε εσείς οι Χριστιανοί». Και ο Ιάκωβος χαρούμενος, αλλὰ και γεμάτος απορία του είπε: «Και πού γνωρίζεις εσὺ την πίστη των Χριστιανών;». Ο άρχοντας τότε ανέφερε ένα περιστατικό, το οποίο σημάδεψε την ζωή του και ήταν η αιτία του σεβασμού του προς τους Χριστιανούς. Διηγήθηκε πως η σύζυγός του συνέβη να δαιμονισθεί. Και ενώ επισκέφθηκε πολλούς, για να βρει γιατρειά, η κατάστασή της χειροτέρευε, ώσπου ένας φίλος αληθινὸς πρότεινε στον άρχοντα να πάει σ’ ένα χριστιανὸ ιερέα, που είχε φήμη Αγίου και ευλαβούς ανθρώπου. Ο άρχοντας επισκέφθηκε τον Πατριάρχη, γιατὶ αυτός, ήταν ο ενάρετος κληρικὸς στον οποίο τον παρέπεμψαν. Ο Πατριάρχης, μέσα στο Ιερὸ της Εκκλησίας, τοποθέτησε το Ευαγγέλιο επάνω στην γυναίκα του και μέχρι την ολοκλήρωση της Ευαγγελικής περικοπής, η δαιμονισμένη βρήκε την ποθούμενη υγεία της. Μετὰ τη σύντομη αυτὴ διήγηση ο άρχοντας ομολόγησε ενώπιον όλων: «Αν δεν εφοβούμεθα τους εξουσιαστὰς τόσο εγώ, όσο και οι συν εμοί, θα γινόμεθα Χριστιανοί». Ο Ιάκωβος απὸ την προσωπικὴ αυτὴ εμπειρία τού άρχοντα πολὺ ωφελήθηκε. Η πίστη του στον Χριστὸ στερεώθηκε ακόμη περισσότερο. Απὸ την ώρα που άκουσε την πραγματικὴ αυτὴ ιστορία, δεν έβρισκε την στιγμὴ να συναντηθεί με τον ευλαβή Πατριάρχη. Έτσι, μετὰ απὸ λίγες μέρες συναντήθηκε μαζί του και άκουσε απὸ το στόμα του λόγον ωφελείας. Η καρδιά του ήταν γη αγαθὴ και ο σπόρος των πνευματικών λόγων του Πατριάρχη καρποφόρησαν πολύ καρπόν.
Οι λόγοι του Πατριάρχη ήταν χαραγμένοι στο νου του Ιακώβου και η καρδιά του άρχιζε να φλέγεται για την αγάπη του Εσταυρωμένου Ιησού. Άρχιζε να αισθάνεται τη ματαιότητα του κόσμου τούτου και να ορέγεται τους καρποὺς της Βασιλείας των Ουρανών. Αφού πρώτα διασκόρπισε όλη την περιουσία του στους φτωχούς, αναχώρησε για το Θεοτοκοβάδιστο Άγιον Όρος. Επιθυμούσε σφοδρώς την επικοινωνία με Αγίους Ασκητὲς απὸ τους οποίους θα διδασκόταν τα μυστικὰ της πνευματικής ζωής. Αφού περιηγήθηκε σε όλα τα μοναστήρια, κατέληξε στην μονὴ Δοχειαρίου, όπου και έλαβε το μοναχικὸ σχήμα. Η άσκηση, την οποία επέβαλε στον εαυτό του, ήταν αυστηρότατη.
Στο μοναστήρι αυτὸ έμεινε τρία χρόνια προοδεύοντας τόσο πολὺ στην υπακοὴ και στην ταπείνωση, ώστε όλοι τον θαύμαζαν και τον αγαπούσαν. Η φλεγομένη καρδιά του όμως ποθούσε όλο και περισσότερο τον Νυμφίο Χριστό. Γι’ αυτὸ ζήτησε ευλογία απὸ τον ηγούμενο, να πορευθεί σε τόπο περισσότερο ερημικὸ και ησυχαστικό. Έτσι, ο Θεὸς κατηύθυνε τα βήματά του κάπου αλλού στο Άγιο Όρος. Πήγε σε ένα μικρὸ μονύδριο, παλιὸ και ερειπωμένο κοντὰ στη Μονὴ Ιβήρων. Και απὸ εκεί όμως μετὰ απὸ αρκετὸ καιρὸ αναχώρησε και εξήλθε απὸ το Άγιο Όρος με την ευλογία βέβαια του ηγουμένου του. Αναχώρησε, γιατὶ πονούσε για την υπόδουλη πατρίδα και το πονεμένο γένος. Πορεύθηκε, λοιπόν, στην περιοχὴ της Αιτωλίας και πιο συγκεκριμένα στην Ιερὰ Μονὴ Προδρόμου (Αναλήψεως) Δερβέκιστας. Εκεί εργάσθηκε χειρωνακτικὰ και αρκετὰ κοπιαστικὰ για την αναστύλωσή της. Ωστόσο, συνέχισε την ασκητική του πολιτεία με ιερὸ ζήλο. Όμως, όσο κι αν προοδεύει ο πιστός, ακόμη και κληρικὸς να είναι, έχει ανάγκη πνευματικού καθοδηγού. Γι’ αυτὸ και υποτάσσεται στον γέροντα Ιγνάτιο, άνθρωπο ενάρετο και πνευματικὰ ανυψωμένο.
Η παραμονὴ του Θείου Ιακώβου στη μονὴ ήταν εξαετής, περίοδος, που διανύθηκε με πνευματικὲς χαρὲς και ευλογίες. Αλλὰ ο διάβολος δεν τον άφηνε ούτε στιγμὴ χωρίς πειρασμό. Συνεχώς με ενθυμήσεις του παρελθόντος και με ακάθαρτους λογισμοὺς προσπαθούσε να τον κάμψει και να τον απογοητεύσει. Όμως η αγία ταπείνωση και η εκτενὴς ικεσία του τον κράτησαν ως στύλο ακλόνητο στην κατὰ Θεὸν πορεία του. Οι επιθέσεις των δαιμόνων ήταν απερίγραπτες, αφού πολλὲς φορὲς χτυπούσαν το κελλί του τόσο δυνατά, που ο Όσιος αισθανόταν ότι το κτίριο θα γκρεμισθεί. Και πάλι όμως σχηματίζοντας το σημείο του Τιμίου Σταυρού ο κίνδυνος απομακρυνόταν.
Ο Άγιος, συν τω χρόνῳ, απέκτησε ως δώρα χαρίσματα απὸ τον Θεό, όπως τη διόραση, την προόραση και τη διάκριση. Μύρια θαυμαστὰ γεγονότα συνέβαιναν στο καθημερινὸ του ημερολόγιο, ώστε φαινόταν ότι είχε καταστεί σκεύος αγιασμένο, κατοικητήριο του Παναγίου Πνεύματος. Ωστόσο παρ’ όλη την πνευματική του πρόοδο συνεχώς καταδιώκονταν απὸ τον αρχέκακο, ο οποίος άλλοτε «εκ δεξιών» και άλλοτε «εξ ευωνύμων» προσπαθούσε να παγιδεύσει τον άνθρωπο του Θεού.
Μια μέρα που ο Όσιος στεκόταν έξω απὸ το κελλί του, ένας αγριόχοιρος, φοβερὸς και στην όψη ακόμη ήρθε καταπάνω του. Όταν όμως εκείνος με το χέρι του τύπωσε το σημείο του Σταυρού, απευθείας το άγριο ζώο απομακρύνθηκε. Άλλοτε πάλι, καθὼς έκανε τον κανόνα του, αργὰ την νύκτα, είδε ένα φως να μπαίνει στο κελλί του και μέσα στο φως διέκρινε ένα ομοίωμα αγγέλου. Αφού φώναξε «Επιτιμήσαί σοι· Κύριος ο Θεός, διάβολε· γνωρίζω τα πολύπλοκα μαγικά σου τεχνάσματα», το φως ευθὺς εξαφανίσθηκε.
Μια άλλη φορὰ μάλιστα αξιώθηκε της οράσεως του Θείου Φωτός. Ο πιστός, που αγωνίζεται με την χάρη του Θεού και καθαρίζει την ψυχή του απὸ τα ψυχοφθόρα πάθη αξιώνεται της οράσεως αυτού του Φωτός (Άκτιστο Φως). Η θέα του Φωτὸς αυτού δήλωνε την μεγάλη πνευματική του πρόοδο. Μια ημέρα ένοιωσε μέσα στην καρδιὰ του μια ζεστασιὰ και ταυτόχρονα μια απέραντη αγάπη για το Θεό, αλλὰ και για κάθε άνθρωπο. Λίγο αργότερα το φως αυξήθηκε και τελικὰ έγινε μια μεγάλη φλόγα, που τον άρπαξε σε ύψος ακατάληπτο. Είδε λοιπὸν απὸ ψηλὰ ο άγιός μας τα τάγματα των αγίων Αγγέλων του Θεού. Αλλὰ ενώ αυτὴ η εμπειρία τον πλημμύρισε απὸ ανέκφραστη χαρά, άλλη φορὰ συνέβη να δει και να αισθανθεί πράγματα, για τα οποία η καρδιά του πόνεσε πολύ. «Αρπάχθηκε» στα κάτω μέρη της γης, στον Άδη. Εκεί συνάντησε ψυχὲς αμετανόητων ανθρώπων. Η καρδιά του πόνεσε τόσο πολύ, που χαρακτήρισε την κατάσταση στην Κόλαση τάρταρο και γέεννα του πυρός.
Αυτὲς τις μοναδικές του εμπειρίες δεν τις κοινολογούσε σε όλους, αλλὰ μόνο εκεί, που το χάρισμα της διακρίσεως τον καθοδηγούσε. Η πολιτεία του Αγίου Ιακώβου ήταν «αρίστη» και αυτὸ έκανε πολλοὺς νέους να τον προσεγγίσουν και να τον έχουν πνευματικὸ καθοδηγό τους. Δύο νέοι μοναχοί, που ονομάζονταν Διονύσιος και Ιάκωβος έγιναν πιστὰ πνευματικά του παιδιά. Θα είναι αυτοί, που θα τον ακολουθήσουν μέχρι το τέλος της επίγειας ζωής τους, ακόμα και στο μαρτύριο.
Ο διάβολος, όπως προείπαμε, μισούσε θανάσιμα την όλη διακονία του Οσίου και γι’ αυτὸ σχεδίασε κάτι φοβερὸ για τον αθλητὴ του Θεού: μια εντελώς ανυπόστατη συκοφαντία. Τον συκοφάντησαν ότι δήθεν είναι εχθρὸς της Πολιτείας και της Κρατικής εξουσίας. Όργανο στο σχέδιο αυτό δεν ήταν ένας απλός ἢ τυχαίος άνθρωπος, αλλά ένας Μητροπολίτης. Ὁ Μητροπολίτης Άρτας Ακάκιος.
Αρχικά τον άγιο συνέλαβαν μαζί με τους δύο πιστούς του μαθητὲς τον Ιάκωβο και τον Διονύσιο και στη συνέχεια έστειλαν και τους τρεις δέσμιους στις φυλακές των Τρικάλων, της Ανδριανουπόλεως, και του Διδυμοτείχου. Ενώπιον του Σουλτάνου ο Οσιομάρτυς, ομολόγησε την πίστη του στον Ιησού Χριστὸ και αυτὸ έγινε αιτία να βασανισθεί φρικτὰ για δεκαεπτὰ ημέρες και τελικὰ να μαρτυρήσει με αγχόνη μαζὶ με τους υποτακτικούς του. Η ημερομηνία του μαρτυρίου τους έχει προδιορισθεί την 1η Νοεμβρίου 1519. Τα τίμια λείψανα των τριών μαρτύρων εξαγοράσθηκαν απὸ ευλαβείς Χριστιανούς, οι οποίοι και με τις δέουσες τιμές, τα τοποθέτησαν σε μέρος ασφαλές, στο Αρβανιτοχώρι. Μετὰ την παρέλευση τριών ετών τα μετέφεραν στην Ιερὰ Μονὴ Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας στην περιοχὴ Γαλάτιστα Χαλκιδικής.
Για αρκετὸ καιρὸ πολλοὶ πιστοὶ παρατηρούσαν ότι τις νύχτες οι τάφοι των τριών μαρτύρων ανέπεμπαν ένα φως ουράνιο, το οποίο φώτιζε όλη τη γύρω περιοχή. Το γεγονός αυτὸ ήταν βέβαια σημείο της Αγιότητος των μαρτύρων και της παρρησίας που βρήκαν οι ψυχές τους ενώπιον του δικαιοκρίτη Θεού.
Ο Οσιομάρτυς Ιάκωβος ως Πνευματικὸς καθοδηγὸς μυριάδων ανθρώπων, μοναχών και λαϊκών, ως άνθρωπος του Θεού, καθοδηγεί και σήμερα όλους όσοι το επιθυμούν να φθάσουν στην θεοκοινωνία!

footer
  • Κυριακή 17 Δεκεμβρίου
    , Δανιήλ προφήτου, Αζαρίου και Μισαήλ, Διονυσίου Αιγίνης του εκ Ζακύνθου

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ